Dr Κωνσταντίνος Τέμπος MD
Ρευματολόγος - Παιδορευματολόγος
Ολιστικός Ιατρός

Σχαλιδωτική οστεοχονδρίτιδα (Osteochondritis dissecans)

19 Ιουνίου 2024 by Τέμπος Κ.

Η σχαλιδωτική οστεοχονδρίτιδα (OCD) χαρακτηρίζεται από ιδιοπαθή νέκρωση του υποχόνδριου οστού με συνακόλουθη προσβολή του υπερκείμενου αρθρικού χόνδρου, η οποία οδηγεί σε μερική ή ολική απόσπαση τμήματος του αρθρικού χόνδρου και του υποχόνδριου οστού από το υποκείμενο οστούν (Hughston JC et al, 1984; Nelson DW et al, 1990; Koch S et al, 1997; Bohndorf K, 1998). Η OCD παρατηρείται συχνότερα στα γόνατα, ιδιαίτερα στην έξω επιφάνεια του έσω μηριαίου κονδύλου, όπως και στον κόνδυλο του βραχιονίου, στον θόλο του αστραγάλου, τους ώμους και τα ισχία. Γενικά, αναπτύσσεται συχνότερα στη κυρτή, παρά την κοίλη, επιφάνεια των αρθρώσεων. Στο 20% των περιπτώσεων είναι αμφοτερόπλευρη.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Συχνότητα : Στις ΗΠΑ, η συχνότητα της OCD στους μηριαίους κονδύλους είναι 6/10.000 στους άνδρες και 3/10.000, σε γυναίκες ηλικίας <50 ετών. Στην ποδοκνημική, ανέρχεται σε 0.002/1.000, ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο, ενώ στον αγκώνα, σε 4.1%.

Επίπτωση : 0.3 περιπτώσεις/1.000 άτομα.

Ηλικία : Η OCD προσβάλλει συνήθως άτομα ηλικίας 10-30 ετών. Στον αγκώνα, η μέση ηλικία των ασθενών με OCD είναι 23 έτη (εύρος 4-47 έτη), στην ποδοκνημική, 20 έτη (εύρος 8-50 έτη) και στο ισχίο, 24 έτη (εύρος 14-39 έτη).

Φύλο : Η OCD προσβάλλει συχνότερα άρρενες, σε αναλογία 3/1 με τις θήλεις.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ. Η OCD σχετίζεται συνήθως με επανειλημμένες κακώσεις και καταπόνηση των αρθρώσεων (Bohndorf K, 1998). Σε περιπτώσεις OCD του έξω μηριαίου κονδύλου, η MRI συχνά αποκαλύπτει ρήξεις των μηνίσκων ή δισκοειδή μηνίσκο, ένδειξη ότι οι μεταβολές της μηχανικής παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της OCD (Yoshida S e al, 1998). Μερικές περιπτώσεις OCD είναι οικογενείς, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση σε αγγειακή ανεπάρκεια του υποχόνδριου οστού (Stougaard J, 1964).

ΓΕΝΙΚΑ ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΧΑΛΙΔΩΤΙΚΗΣ ΟΣΤΕΟΧΟΝΔΡΙΤΙΔΑΣ :

Πόνος, δυσκαμψία, οίδημα και τοπική ευαισθησία

Διαλείπον «μπλοκάρισμα», εάν το οστικό – χόνδρινο τμήμα έχει αποκολληθεί

Ελεύθερα σώματα (σε μερικές περιπτώσεις)

Θετικό σημείο Wilson (πόνος με το γόνατο σε έκταση και έσω στροφή), σε περιπτώσεις OCD του γόνατος

Αστράγαλος. Στην περιοχή αυτή, η OCD μπορεί ακτινολογικά να διακριθεί σε 3 στάδια (Berndt AL and Harty M, 2004) :

Στάδιο I – Φυσιολογική ακτινογραφία (υποχόνδριο συμπιεστικό κάταγμα του αστραγάλου χωρίς συνδεσμικό sprain)

Στάδιο II – Μερικώς αποσπασθέν οστεοχόνδρινο τεμάχιο

Στάδιο III – Πλήρες, μη παρεκτοπισθέν, κάταγμα παραμένον μέσα στον οστικό κρατήρα

Στάδιο IV – Αποσπασθέν, ελεύθερο οστεοχόνδρινο τεμάχιο.

Σκαφοειδές ταρσού. Τα ακτινολογικά ευρήματα μπορεί να είναι δυσδιάκρι-τα και, σε μερικές περιπτώσεις, να υ- ποδύονται σύνδρομο Muller-Weiss ή κάταγμα κόπωσης του σκαφοειδούς του ταρσού.

Ισχίο. Στο ισχίο, η OCD παρατηρείται κατά κανόνα στην επίφυση της μηριαίας κεφαλής και σπάνια στην κοτύλη.

Πολλοί ασθενείς με OCD της επίφυσης της μηριαίας κεφαλής έχουν ιστορικό νόσου Legg-Calvé-Perthes. Η OCD παρατηρείται στο 3% περίπου των ενηλίκων που είχαν νόσο Legg-Calvé-Perthes στην παιδική ηλικία.

Ωμοι. Στην περιοχή αυτή η OCD είναι σπάνια και παρατηρείται στην κεφαλή του βραχιονίου ή την ωμογλήνη. Εχει αναφερθεί μόνο σε άρρενες ηλικίας 12 -44 ετών.

Στην ωμογλήνη, η OCD ανιχνεύεται καλύτερα με την MRI. Στο κέντρο της ωμογλήνης μπορεί να παρατηρηθεί μία εστιακή αναπτυξιακή ανωμαλία, η οποία μπορεί να συγχυθεί με OCD, αλλά είναι περιορισμένη και δεν συνδέεται με οίδημα του μυελού του υποχόνδριου οστού, ενώ η OCD της ωμογλήνης συνήθως είναι πολύ μεγαλύτερη και εντοπίζεται έκκεντρα.

Καρπός. Η OCD είναι σπάνια και εντοπίζεται κατά κανόνα στο σκαφοειδές οστούν. Παρατηρείται στον άνω ή κάτω πόλο, είτε στην άνω ή κάτω αρθρική επιφάνεια του σκαφοειδούς και μπορεί να είναι αμφοτερόπλευρη.

Γόνατα. Η OCD παρατηρείται κυρίως σε εφήβους και ιδιαίτερα άρρενες, σε αναλογία 3/1 με τις θήλεις (Mubarak SJ and Carroll NC, 1981). Μπορεί να σχετίζεται με οξείες ή χρόνιες κακώσεις (Thabit G III and Micheli LJ, 1992).

Είναι συνήθως ετερόπλευρη και συχνότερη στην έξω επιφάνεια του έσω μηριαίου κονδύλου (Mubarak SJ and Carroll NC, 1981; Hughston JC et al, 1984). Αλλοτε εντοπίζεται στην φορτιζόμενη επιφάνεια του έσω και έξω μηριαίου κονδύλου, στην πρόσθια μεσογλήνια αύλακα, στον κάτω πόλο της επιγονατίδας, και σπάνια στο έσω κνημιαίο πλατώ.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Περίεργος πόνος στην περιοχή του γόνατος, ο οποίος επιδεινώνεται προοδευτικά, ιδιαίτερα κατά την κάμψη του γόνατος και συνήθως στο ανέβασμα-κατέβασμα σκάλας, και υποχωρεί με την ανάπαυση.

Δυσκαμψία και υποτροπιάζουσα διόγκωση του γόνατος λόγω συλλογής υγρού, ιδιαίτερα μετά από ασκήσεις

Αίσθημα αστάθειας, «μπλοκάρισμα» ή «κλείδωμα» της άρθρωσης (σπάνια) (Desai SS et al, 1987).

Επώδυνος περιορισμός της κάμψης του γόνατος, στην οξεία φάση. Στα μεσοδιαστήματα, υπάρχει πόνος επιδεινούμενος ιδιαίτερα με την κόπωση, αλλ’ η κάμψη δεν περιορίζεται σημαντικά.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ :

Ψηλαφητικά αντιληπτό «κλικ» κατά την παθητική κάμψη του γόνατος. Με το γόνατο σε κάμψη μπορεί να ψηλαφηθεί η προσβληθείσα περιοχή άμεσα στον αρθρικό χόνδρο του έσω μηριαίου κονδύλου, η οποία είναι συνήθως ευαίσθητη (σημείο Axhausen)

Υποεπιγονατιδική ευαισθησία και επιγονατιδομηριαίος κριγμός όταν η επιγονατίδα συμπιέζεται πάνω στους μηριαίους κονδύλους

Υμενίτιδα και μη φλεγμονώδης ύδραρθρος με φυσιολογικά κυτταρικά στοιχεία και λοιπά ευρήματα (σε ασθενείς με ασταθείς αλλοιώσεις)

Ατροφία του μηρού (σε μακροχρόνιες περιπτώσεις) (Desai SS et al, 1987).

Ανταλγικό βάδισμα. H πρόσκρουση του έσω κνημιαίου ογκώματος στην αλλοίωση υποχρεώνει τον ασθενή να βαδίζει με το σκέλος σε έξω στροφή (Wilson JN, 1967). Ο πόνος μπορεί να αναπαραχθεί στην εσωτερική και ανακουφίζεται στην έξω στροφή, της κνήμης

Κατάργηση της κινητικότητας του γόνατος λόγω πρόσκρουσης του αποσπασθέντος οστικού τμήματος (σπάνια).

Περιαρθρικό οίδημα (συχνά) με μικρή αύξηση της θερμοκρασίας

ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Οι απλές ακτινογραφίες δείχνουν αλλοίωση παρόμοια με κρατήρα στον μηριαίο κόνδυλο. Το αποσπασθέν οστεοχόνδρινο τμήμα διαχωρίζεται από τον υποκείμενο κόνδυλο με λεπτή ακτινοδιαυγαστική γραμμή. Σε μακροχρόνιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί υποχόνδρια σκλήρυνση στα όρια της αλλοίωσης.

ΑΞΟΝΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ. Μπορεί να βοηθήσει στην ακριβή εντόπιση και έκταση της οστεοχόνδρινης αλλοίωσης.

ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ. Είναι η απεικονιστική μέθοδος εκλογής. Επιτρέπει την πρώιμη εκτίμηση της αλλοίωσης και προσδιορίζει την σταθερότητα και τα οστικά και χόνδρινα συστατικά της (Nelson DW et al, 1990; Slough JA et al, 1991).

ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑ ΟΣΤΩΝ. Μπορεί να εντοπίσει τις αλλοιώσεις σε πολύ πρώιμα στάδια.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ :

Ασηπτη νέκρωση

Επιφυσιακή δυσπλασία

Οξύ οστεοχόνδρινο κάταγμα

Φυσιολογικά επικουρικά κέντρα οστεοποίησης (ιδιαίτερα σε παιδιά ηλικίας <9 ετών)

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΟΣΤΕΟΧΟΝΔΡΙΤΙΔΑΣ. Σε παιδιά ηλικίας ≤ 11 ετών η θεραπεία βασίζεται στην παρακολούθηση. Η εξέλιξη της ίασης παρακολουθείται με απλές ακτινογραφίες κατά διαστήματα και σε μερικές περιπτώσεις με την MRI.

Σε εφήβους ηλικίας ≥ 13 ετών, ιδιαίτερα με υποψία ελεύθερου σώματος, μπορεί να χρειασθεί αρθροσκοπική αφαίρεση του ελεύθερου σώματος, αντικατάσταση και εσωτερική οστεοσύνθεση ή τρυπανισμοί των ανέπαφων αλλοιώσεων για να προαχθεί η επαναγγείωση και η επούλωση.

Dr Κωνσταντίνος Τέμπος MD
Ρευματολόγος - Παιδορευματολόγος
Ολιστικός Ιατρός

Τέμπος Κ.

Dr Κωνσταντίνος Τέμπος MD Ρευματολόγος - Παιδορευματολόγος Ολιστικός Ιατρός



WE CARE, WE CAN





WE CARE, WE CAN






Copyright by Κωνσταντίνος Τέμπος. All rights reserved.



Copyright by BoldThemes 2018. All rights reserved.



Dr Κωνσταντίνος Τέμπος MD
Ρευματολόγος - Παιδορευματολόγος
Ολιστικός Ιατρός